Όταν οι Λίγοι Αποφασίζουν για τους Πολλούς – Πώς οι Ολιγαρχίες Διαμορφώνουν τη Ζωή μας

Πέπη Σακελλαρίου
Σύμβουλος 2ης Κοινότητας Δήμου Αθηναίων

Ολιγάρχες και Κοινωνίες: Ιστορία Ισχύος και Ανατροπών

Στην ιστορική τους πορεία, οι κοινωνίες έχουν αναπτύξει ποικίλους μηχανισμούς περιορισμού των ολιγαρχικών δομών εξουσίας. Η εμπειρική καταγραφή των τελευταίων δύο αιώνων, δείχνει ότι η αναχαίτιση της συγκέντρωσης πλούτου και ισχύος δεν αποτελεί γραμμική διαδικασία, αλλά αποτέλεσμα σύνθετων θεσμικών και κοινωνικών μεταβολών.

Ενδεικτικά:

• Στο Ηνωμένο Βασίλειο (19ος αιώνας) η διεύρυνση του εκλογικού δικαιώματος και θεσμικές μεταρρυθμίσεις περιόρισαν την πολιτική κυριαρχία της αριστοκρατίας. Παράλληλα, οι αλλαγές στη φορολογία και την οικονομία οδήγησαν σε ευρύτερη κατανομή της οικονομικής ισχύος.

• Στην Ισπανία, η μεταπολιτευτική μετάβαση μετά τον θάνατο του Φράνκο (1975) οδήγησε σε ειρηνική μετάβαση προς τη δημοκρατία. Το Σύνταγμα του 1978, θεμελίωσε ένα πολυκομματικό σύστημα και αναδιαμόρφωσε τη σχέση κράτους και πολιτικών ελίτ, περιορίζοντας τη συγκέντρωση εξουσίας που χαρακτήριζε την προηγούμενη περίοδο.

• Η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν (τέλη του 20ου αιώνα), από στρατιωτικά και ολιγαρχικά καθεστώτα, μετασχηματίσθηκαν σε σύγχρονες δημοκρατίες. Στη Νότια Κορέα, οι μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις οδήγησαν σε ελεύθερες εκλογές, ενώ στην Ταϊβάν η άρση του στρατιωτικού νόμου και οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις αποδόμησαν τη συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής ισχύος σε περιορισμένες ελίτ.

• Ιδιαίτερα σημαντική είναι η περίπτωση της Ιαπωνίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου υπό καθεστώς κατοχής των ΗΠΑ, εφαρμόστηκαν εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις που αποδυνάμωσαν τον μιλιταρισμό και την ισχύ των παραδοσιακών ελίτ. Η αγροτική μεταρρύθμιση με την αναδιανομή της γης, η διάλυση των μεγάλων οικογενειακών επιχειρηματικών ομίλων (zaibatsu), η ενίσχυση των συνδικάτων και των εργασιακών δικαιωμάτων, καθώς και το νέο Σύνταγμα που περιόρισε την εξουσία του Αυτοκράτορα, οδήγησαν τη χώρα σε εντυπωσιακή οικονομική, τεχνολογική και κοινωνική ανάπτυξη. Η περίπτωση της Ιαπωνίας είναι χαρακτηριστική, καθόσον η σφοδρότητα των μέτρων ενάντια στις τότε ολιγαρχίες ήταν τόσο ισχυρή, που ακόμα και σήμερα, παρά τις προσπάθειες κάποιων ελίτ, η Ιαπωνία αποτελεί παράδειγμα σταθερής δημοκρατίας και ισχυρής οικονομίας.

• Τέλος, αξίζει να αναφερθεί η διπλή περίπτωση των ΗΠΑ. Στην πρώτη περίπτωση, πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά την περίοδο από τα τέλη του 19ου έως τα μέσα του 20ου αιώνα, διαδοχικά κύματα ρύθμισης της οικονομικής ισχύος, όπως π.χ. αντιμονοπωλιακές νομοθεσίες (Sherman Act, Clayton Act), εργατικές μεταρρυθμίσεις και το New Deal, αποτέλεσαν απάντηση στη συγκέντρωση βιομηχανικής και χρηματοπιστωτικής δύναμης. Αλλά και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η επιβολή προοδευτικής φορολόγησης, η ισχυροποίηση της μεσαίας τάξης και ο περιορισμός των μισθολογικών ανισοτήτων, συνέβαλαν στη δημιουργία περιόδων πρωτοφανούς οικονομικής ευημερίας και κοινωνικής ανάπτυξης. Η ιστορική αυτή ισορροπία, ωστόσο, ανατράπηκε με την επιθετικότητα της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας κατά την περίοδο των Reaganomics, που προώθησαν την απορρύθμιση των αγορών, τη συρρίκνωση της αναδιανεμητικής λειτουργίας του κράτους και τη σταδιακή επαναφορά οξυμένων κοινωνικών και εισοδηματικών ανισοτήτων.

Η ιστορική εμπειρία υποδεικνύει ότι η αντιμετώπιση των ολιγαρχικών δομών δεν προκύπτει αποκλειστικά μέσω θεσμικής ωρίμανσης, αλλά συχνά επιταχύνεται από περιόδους κρίσης, συγκρούσεων ή συστημικών ανακατατάξεων. Παρά ταύτα, τα σταθερότερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται όταν η αναδιανομή ισχύος ενσωματώνεται σε θεσμικά, ειρηνικά και προβλέψιμα εργαλεία πολιτικής, όπως η προοδευτική φορολογία και η κοινωνική ρύθμιση της αγοράς, η μείωση των ανισοτήτων, κ.ά..

Η Δομική Διαφθορά των Ολιγαρχιών: Δημοκρατία και Θεσμοί υπό Αιχμαλωσία

Εξετάζοντας τα παραπάνω, ανακύπτουν τα εξής καίρια ερωτήματα:

  • Γιατί ακόμη και σε κοινωνίες που ιστορικά κατόρθωσαν να περιορίσουν τη συγκέντρωση ισχύος σε ολιγαρχικούς μηχανισμούς, παρατηρείται νέα ανασυγκρότηση του πλούτου και της πολιτικής επιρροής γύρω από κλειστές ελίτ;
  • Γιατί οι κοινωνικές και θεσμικές ισορροπίες που ευνοούν την ειρήνη, τη δημοκρατική σταθερότητα και τη συλλογική πρόοδο αποδεικνύονται τελικά εύθραυστες και παροδικές;

Συνεπώς, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί, δεν είναι εάν μπορούν να αναχαιτιστούν οι ολιγαρχίες -η ιστορία δείχνει ότι μπορούν- αλλά γιατί οι θεσμικοί περιορισμοί τείνουν να διαβρώνονται με την πάροδο του χρόνου, ακόμη και σε ανεπτυγμένες δημοκρατίες.

Η απάντηση εντοπίζεται, κατά την άποψή μου, στο βαθμό διαφθοράς που οι ίδιες οι κοινωνίες είτε επιτρέπουν να παγιωθεί, είτε εξαναγκάζονται να αποδεχθούν εντός των πολιτικών, οικονομικών και θεσμικών δομών τους. Η διαφθορά, ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης επιρροής ολιγαρχικών κέντρων στη δημόσια σφαίρα και στη διαμόρφωση πολιτικών, δεν συνιστά απλά μια ηθική παρέκκλιση ατόμων, αλλά μηχανισμό αναπαραγωγής εξουσίας, μέσω του οποίου οι κυρίαρχες τάξεις κατορθώνουν να διατηρούν και να διευρύνουν τα προνόμιά τους σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Στο μέτρο που η κοινωνική ανοχή διευρύνεται απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα -μέσω ιδεολογικής χειραγώγησης ή μέσω οικονομικής εξάρτησης- οι δημοκρατικές κατακτήσεις υποχωρούν και η συγκέντρωση ισχύος επανέρχεται ως ιστορική κανονικότητα.

Ωστόσο, στο πλαίσιο της συζήτησης που πρόκειται να διεξαχθεί τον προσεχή Ιούλιο στην Αθήνα, θα πρέπει να ορισθεί η έννοια της διαφθοράς. Με τον όρο «διαφθορά» δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά σε επί μέρους φαινόμενα παραβίασης της νομιμότητας ή κατάχρησης δημόσιου χρήματος, αλλά σε μια ευρύτερη κοινωνικοπολιτική διαδικασία σταδιακής παραίτησης των κοινωνιών από τη δυνατότητα αναχαίτισης της συγκέντρωσης πλούτου, ιδιοκτησίας και ισχύος σε ορισμένες ελίτ. Η διαφθορά, υπό αυτή την έννοια, εκδηλώνεται ως συναίνεση, επαυξητικά, συνεχώς μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού, όσον αφορά στην εδραίωση ολιγαρχικών δομών εξουσίας, δηλαδή στη συγχώνευση οικονομικής κυριαρχίας και πολιτικής επιρροής στα ίδια πρόσωπα και δίκτυα συμφερόντων. Παράλληλα, εκδηλώνεται ως αποδοχή της ενίσχυσης «strongmen», δηλαδή πολιτικών μορφών αυταρχικής ηγεσίας που αντλούν τη δύναμή τους κυρίως από τον έλεγχο των κρατικών και θεσμικών μηχανισμών.

Στη σύγχρονη πολιτική οικονομία, η ποιότητα των θεσμών δεν καθορίζει μόνο την κατανομή του πλούτου, αλλά και τον ίδιο τον χαρακτήρα της κοινωνικής ζωής. Το νομοθετικό πλαίσιο δεν είναι ουδέτερο εργαλείο: διαμορφώνει τα κίνητρα, τις ισορροπίες και εν τέλει το εάν και κατά πόσον μια κοινωνία λειτουργεί με όρους συνεργασίας (που ωφελεί τους πολλούς) ή με όρους ανταγωνισμού (που ωφελεί τις ολιγαρχίες).

Ιστορικά, οι πλέον επιτυχημένες φάσεις κοινωνικής και οικονομικής σταθερότητας δεν βασίσθηκαν μόνο στην ανάπτυξη, αλλά κυρίως στη θεσμική ενίσχυση της εμπιστοσύνης και της συνοχής. Αντίθετα, όταν το θεσμικό πλαίσιο αποτυγχάνει να εξισορροπήσει την πρόσβαση σε ευκαιρίες και πόρους, η κοινωνία τείνει να μετατοπίζεται από τη συνεργασία προς έναν αυξανόμενο ανταγωνισμό για την πρόσβαση σε αγαθά διαρκώς περιοριζόμενα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διαμόρφωση ενός περισσότερο ρευστού, λιγότερο προστατευτικού και υψηλής έντασης ανταγωνισμού κοινωνικού περιβάλλοντος, δεν αποτελεί παρενέργεια αλλά δομικό αποτέλεσμα της συγκεκριμένης κατεύθυνσης πολιτικής. Ένα περιβάλλον αυξημένης κοινωνικής αστάθειας και αποδυνάμωσης των συλλογικών μηχανισμών προστασίας -με τη σειρά του- είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό για την ενίσχυση ολιγαρχικών μορφών ισχύος, καθώς διευκολύνει τη συγκέντρωση πόρων και επιρροής σε περιορισμένα δίκτυα συμφερόντων και ενισχύει την παραίτηση των κοινωνιών.

Νόμοι Κατά Παραγγελία: Το κύριο Εργαλείο της Ολιγαρχικής Ισχύος – το Παράδειγμα της Ελλάδας

Η σύμπραξη ολιγαρχικών συμφερόντων και πολιτικών εξουσιών μέσω της χειραγώγησης του νομοθετικού πλαισίου, οδηγεί σε σταδιακή αποδιάρθρωση της κοινωνικής συνοχής και στη μετάβαση από μια κοινωνία θεσμικά ρυθμισμένη και αλληλέγγυα σε ένα περιβάλλον άκρατου ανταγωνισμού και «ζούγκλας», το οποίο ευνοεί τη διεύρυνση πρακτικών εκμετάλλευσης και αδιαφανών συναλλαγών προς όφελος των ίδιων των δικτύων ισχύος (state capture).

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ελλάδας κατά τα τελευταία επτά έτη, όπου ο υπέρμετρος αριθμός νομοθετικών παρεμβάσεων, είχε στόχο την πρόκληση υπέρμετρης πίεσης ευρύτερων πληθυσμιακών ομάδων, προς όφελος περιορισμένων ελίτ. Έκπληξη αποτελεί το γεγονός, ότι ακόμη και ένας φαινομενικά ουδέτερος ή τεχνοκρατικός νόμος, όπως ο νέος ΚΟΚ, παρέχει πεδία έμμεσης ενίσχυσης τέτοιων δυναμικών. Ωστόσο, η ίδια η αρχιτεκτονική ορισμένων ρυθμίσεων, μπορεί να παράγει απρόβλεπτες ή έμμεσες αναδιανομές κόστους και ευκαιριών.

Η έμφαση στην αυστηροποίηση των χρηματικών προστίμων ως βασικού εργαλείου συμμόρφωσης, σε συνδυασμό με τις άνισες κοινωνικοοικονομικές δυνατότητες απορρόφησης του κόστους, μπορεί να οδηγεί σε διαφοροποιημένη πραγματική εφαρμογή της ρύθμισης. Παράλληλα, η υποβάθμιση ή/και η περιορισμένη ανάπτυξη δημόσιων, προσβάσιμων και χαμηλού κόστους εναλλακτικών μετακίνησης, ενδέχεται να ενισχύει de facto την εξάρτηση από υπηρεσίες κινητικότητας που παρέχονται από ιδιωτικά συμφέροντα. Σε αυτό το πλαίσιο, αναδύεται ένα οικοσύστημα προτάσεων, όπως π.χ. η ενοικίαση ηλεκτρικών πατινιών από ιδιωτικές εταιρείες ή η αυξημένη χρήση υπηρεσιών ταξί και πλατφορμών μετακίνησης, που αποκτούν διευρυμένο ρόλο στο αστικό μεταφορικό τοπίο. Οι εταιρείες που εμφανίζονται να αποσπούν κατ’ εξοχήν το μεγαλύτερο μερίδιο σε τέτοιου είδους διαδικασίες, είναι κατά κανόνα εταιρείες συμμετοχών (shell companies), οι οποίες, όπως έχει τεκμηριώσει και ο Zucman, λειτουργούν συστηματικά ως μηχανισμοί απόκρυψης πλούτου και φοροαποφυγής, μέσω της μεταφοράς των κερδών σε αδιαφανείς και δυσχερώς ελεγχόμενες δικαιοδοσίες.

Εάν μάλιστα εξετάσουμε σύνολο των νομοθετικών παρεμβάσεων στην Ελλάδα κατά τα τελευταία επτά χρόνια, σε ένα ευρύτερο φάσμα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, από το ασφαλιστικό μέχρι τις ρυθμίσεις εργασιακών σχέσεων, διαπιστώνεται μια αξιοσημείωτη συνοχή ως προς τον γενικότερο προσανατολισμό τους. Εκτός από τις επί μέρους διαφοροποιήσεις, οι παρεμβάσεις αυτές συγκλίνουν σε ένα κοινό πλαίσιο αναδιάρθρωσης των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, το οποίο έχει σημαντικές σωρευτικές επιπτώσεις στη διάρθρωση της κοινωνικής συνοχής.

Ο πυρήνας αυτών των νομοθετικών επιλογών δεν εξαντλείται στις άμεσες επιπτώσεις στην οικονομική ή κοινωνική ευημερία των πολιτών, αλλά εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο επανακαθορίζουν τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων. Συγκεκριμένα, συμβάλλουν στη σταδιακή μετάβαση από ένα υπόδειγμα κοινωνίας που βασίζεται στη συνοχή, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη, σε ένα υπόδειγμα εντονότερου ανταγωνισμού, αυξημένης επισφάλειας και κοινωνικής αποσύνδεσης.

Το πρόβλημα δεν αφορά απλά στην ύπαρξη ανισοτήτων, αλλά στον τρόπο με τον οποίο οι θεσμικές επιλογές επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα των πόρων (εισόδημα, στέγη, εργασία και πρόσβαση σε δημόσια αγαθά). Όταν αυτοί οι πόροι συρρικνώνονται de facto για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, κυρίως λόγω των μεταβιβάσεων πλούτου προς ολίγους μέσω ρυθμιστικών επιλογών, η κοινωνική δυναμική στρέφεται αναπόφευκτα σε συνθήκες μεγαλύτερου ανταγωνισμού, κοινωνικών εντάσεων και εν τέλει οδηγεί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού σε παραίτηση. Συνοπτικά, δημιουργείται το ιδανικό περιβάλλον για την κυριαρχία της διαφθοράς των ολιγαρχιών.

Υπό αυτή την έννοια, η νομοθεσία δεν επηρεάζει μόνο την οικονομία, αλλά και την κοινωνική συνοχή. Πολιτικές επιλογές που δεν ενισχύουν επαρκώς τους μηχανισμούς πρόσβασης σε βασικά αγαθά ή εντείνουν διαρκώς τις ασυμμετρίες ισχύος, έχουν ως αποτέλεσμα τη σταδιακή μετατόπιση από ένα μοντέλο συνεργατικής ανάπτυξης σε ένα μοντέλο κατανομής μέσω ανταγωνισμού.

Παράλληλα, με ιδιαίτερη έμφαση κατά τα τελευταία χρόνια -όχι μόνον στην Ελλάδα- παρατηρείται μια τάση συγκέντρωσης οικονομικών ευκαιριών και περιουσιακών στοιχείων σε ολοένα και μικρότερα τμήματα της κοινωνίας. Αυτή η διαδικασία δεν είναι πάντοτε άμεση ή εύκολα ορατή, αλλά εκδηλώνεται μέσα από αγορές κατοικίας, εργασιακές σχέσεις, χρηματοπιστωτική πρόσβαση και δομές ιδιοκτησίας. Αυτά τα μικρά τμήματα της κοινωνίας, λειτουργούν με τη σειρά τους ως «νομιμοποιητές» της ύπαρξης ολιγαρχιών και ως «διευκολυντές» της αποσύνθεσης των κοινωνιών, προς όφελος των ολιγαρχικών ελίτ. Ένα διαρκώς αυξανόμενο μέρος του πληθυσμού ανταγωνίζεται για πόρους που δεν επεκτείνονται με ρυθμό ανάλογο προς τις ανάγκες ή τις δημογραφικές και κοινωνικές μεταβολές.

Η διάσταση αυτής της δυναμικής, έχει τόσο πολιτικές όσο και οικονομικές συνέπειες: η κοινωνική εμπιστοσύνη αποδυναμώνεται, ενώ ενισχύεται η αντίληψη περί παιγνίου μηδενικού αθροίσματος (zero sum game). Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ακόμη και πολιτικές που δεν έχουν ως άμεσο στόχο την ανακατανομή ισχύος, ενδέχεται να έχουν συστημικές επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι ευκαιρίες και οι πόροι.

Η Αιώνια Σύγκρουση

Σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, το ίδιο θεμελιώδες ερώτημα επιστρέφει διαρκώς: ποιός κατέχει τα μέσα παραγωγής και ισχύος, με ποιούς μηχανισμούς διασφαλίζεται η διαρκής συγκέντρωσή τους σε ολιγάρχες και πως κατανέμεται (ή αποστερείται) η ευημερία που προκύπτει από τη χρήση τους. Οι μορφές αλλάζουν, οι θεσμοί μετασχηματίζονται, όμως η λογική της ολιγαρχικής συγκέντρωσης επανεμφανίζεται ως σταθερά της ιστορικής εμπειρίας.

Στη σύγχρονη συγκυρία, το ζήτημα δεν είναι εάν οι κοινωνίες μπορούν να περιορίσουν τις ολιγαρχικές δομές, αλλά εάν μπορούν να το πράξουν απέναντι σε παγκοσμιοποιημένα κεφάλαια και τεχνολογικά ενισχυμένους μηχανισμούς ελέγχου της οικονομικής και πολιτικής επιρροής. Η διαφάνεια, η ρύθμιση και η αναδιανομή, δεν είναι τεχνικού χαρακτήρα παρεμβάσεις, αλλά αποτελούν το κεντρικό πεδίο σύγκρουσης για το εάν και κατά πόσον η ευημερία (welfare) θα παραμείνει ως συλλογικό αγαθό ή θα μετατραπεί σε προνόμιο ολίγων.

Η παρούσα ιστορική συγκυρία ενδεχομένως να απαιτεί την υιοθέτηση και νέων, μη αναμενόμενων επιλογών για την αντιμετώπιση του φαινομένου, οι οποίες υπερβαίνουν τα παραδοσιακά εργαλεία πολιτικής.

Οι προσεγγίσεις αυτές τίθενται προς συζήτηση παγκόσμια, σε μια προσπάθεια επανανοηματοδότησης των όρων, με τους οποίους οι κοινωνίες μπορούν να ανακτήσουν τον έλεγχο των ίδιων των θεσμών που τις αφορούν.

Oligarchs and Societies: A History of Power and Upheaval

Throughout their historical development, societies have devised various mechanisms to limit oligarchic structures of power. The empirical record of the last two centuries demonstrates that curbing the concentration of wealth and power is not a linear process but rather the outcome of complex institutional and social transformations.

Indicatively:

• In the United Kingdom (19th century), the expansion of suffrage and institutional reforms limited the political dominance of the aristocracy. At the same time, changes in taxation and the economy led to a broader distribution of economic power.

• In Spain, the democratic transition following Franco’s death in 1975 led to a peaceful shift toward democracy. The 1978 Constitution established a multiparty system and redefined the relationship between the state and political elites, limiting the concentration of power that had characterized the previous period.

• South Korea and Taiwan (late 20th century) transformed from military and oligarchic regimes into modern democracies. In South Korea, mass popular mobilizations led to free elections, while in Taiwan the lifting of martial law and institutional reforms dismantled the concentration of political and economic power in the hands of limited elites.

• Particularly significant is the case of Japan after World War II, where, under U.S. occupation, extensive reforms were implemented that weakened militarism and the power of traditional elites. Land reform through the redistribution of agricultural land, the dissolution of the large family-controlled business conglomerates (zaibatsu), the strengthening of labor unions and workers’ rights, and the new Constitution that curtailed the Emperor’s authority led the country toward remarkable economic, technological, and social development. Japan’s case is especially noteworthy because the measures taken against the oligarchic structures of the time were so extensive that, despite subsequent efforts by certain elites, Japan remains today an example of stable democracy and a strong economy.

• Finally, the dual case of the United States deserves mention. In the first instance, before World War II, from the late nineteenth century to the mid-twentieth century, successive waves of regulation of economic power—such as antitrust legislation (Sherman Act, Clayton Act), labor reforms, and the New Deal—served as responses to the concentration of industrial and financial power. Following World War II, progressive taxation, the strengthening of the middle class, and the reduction of wage inequalities contributed to periods of unprecedented economic prosperity and social development. However, this historical balance was overturned by the rise of neoliberal dominance during the Reaganomics era, which promoted market deregulation, reduced the redistributive role of the state, and gradually reintroduced severe social and income inequalities.

Historical experience suggests that confronting oligarchic structures does not emerge solely through institutional maturation but is often accelerated by periods of crisis, conflict, or systemic upheaval. Nevertheless, the most enduring results are achieved when the redistribution of power is embedded in institutional, peaceful, and predictable policy tools, such as progressive taxation, social regulation of markets, and the reduction of inequalities.

The Structural Corruption of Oligarchies: Democracy and Institutions Under Capture

Examining the above raises several critical questions:

• Why is it that even in societies that historically succeeded in limiting the concentration of power within oligarchic mechanisms, wealth and political influence are once again being reassembled around closed elites?

• Why do social and institutional balances that promote peace, democratic stability, and collective progress ultimately prove fragile and temporary?

Consequently, the question that must be answered is not whether oligarchies can be restrained—history shows that they can—but why institutional constraints tend to erode over time, even in advanced democracies.

In my view, the answer lies in the degree of corruption that societies themselves either allow to become entrenched or are compelled to accept within their political, economic, and institutional structures. Corruption, as a result of the growing influence of oligarchic centers in the public sphere and policymaking, is not merely an ethical deviation of individuals but a mechanism for reproducing power, through which dominant classes manage to preserve and expand their privileges at the expense of the social majority. To the extent that social tolerance toward such phenomena expands—whether through ideological manipulation or economic dependence—democratic achievements recede, and the concentration of power returns as a historical norm.

However, within the framework of the discussion that will take place in Athens next July, the concept of corruption must be clearly defined. By the term “corruption,” we do not refer exclusively to individual cases of illegality or misuse of public funds, but rather to a broader sociopolitical process through which societies gradually abandon their capacity to resist the concentration of wealth, property, and power in the hands of certain elites.

Corruption, in this sense, manifests itself as the growing consent of increasingly larger segments of the population to the consolidation of oligarchic power structures—that is, to the fusion of economic dominance and political influence within the same individuals and networks of interests. At the same time, it manifests itself through the acceptance of “strongmen,” namely authoritarian political figures whose power derives primarily from their control over state and institutional mechanisms.

In modern political economy, the quality of institutions determines not only the distribution of wealth but also the very character of social life. The legal framework is not a neutral instrument: it shapes incentives, balances, and ultimately whether and to what extent a society operates through cooperation—which benefits the many—or through competition—which benefits oligarchies.

Historically, the most successful periods of social and economic stability were based not only on growth but primarily on the institutional strengthening of trust and cohesion. Conversely, when institutional frameworks fail to balance access to opportunities and resources, societies tend to shift from cooperation toward increasing competition for access to increasingly scarce goods.

Within this context, the creation of a more fluid, less protective, and highly competitive social environment is not a side effect but a structural outcome of a particular policy orientation. An environment of heightened social instability and weakened collective protection mechanisms is particularly favorable to the strengthening of oligarchic forms of power, as it facilitates the concentration of resources and influence within limited networks of interests and reinforces social resignation.

Tailor-Made Laws: The Primary Instrument of Oligarchic Power – The Case of Greece

The alliance between oligarchic interests and political authorities through the manipulation of legislative frameworks leads to the gradual disintegration of social cohesion and the transition from an institutionally regulated and solidaristic society to an environment of unrestrained competition and “jungle-like” conditions, which favor the expansion of exploitative practices and opaque transactions for the benefit of the very networks of power involved—a phenomenon commonly referred to as state capture.

The example of Greece during the last seven years is illustrative. An excessive number of legislative interventions have aimed at exerting disproportionate pressure on broad segments of the population for the benefit of limited elites. What is particularly striking is that even an apparently neutral or technocratic law, such as the new Road Traffic Code, may provide indirect avenues for strengthening such dynamics. The architecture of certain regulations can generate unforeseen or indirect redistributions of costs and opportunities.

The emphasis on stricter financial penalties as the primary tool of compliance, combined with unequal socioeconomic capacities to absorb these costs, may lead to unequal practical application of the regulation. At the same time, the degradation and/or limited development of public, accessible, and low-cost transportation alternatives may de facto increase dependence on mobility services provided by private interests.

Within this framework, an ecosystem of alternatives emerges, including the rental of electric scooters by private companies and the increased use of taxi services and transportation platforms, which acquire an expanded role within the urban mobility landscape. The companies that appear to capture the largest share of such processes are often holding or shell companies which, as documented by Zucman, systematically function as mechanisms for concealing wealth and facilitating tax avoidance through the transfer of profits to opaque and difficult-to-monitor jurisdictions.

If we examine the broader set of legislative interventions in Greece over the last seven years, across fields ranging from social security to labor relations, a remarkable coherence emerges regarding their overall orientation. Despite individual differences, these interventions converge toward a common framework of restructuring social and economic relations, with significant cumulative effects on the fabric of social cohesion.

The core significance of these legislative choices does not lie solely in their immediate impact on citizens’ economic or social well-being but in the way they redefine relationships among social groups. Specifically, they contribute to a gradual transition from a model of society based on cohesion, cooperation, and solidarity toward one characterized by intensified competition, increased insecurity, and social fragmentation.

The problem does not merely concern the existence of inequalities but the way institutional choices affect the availability of resources—income, housing, employment, and access to public goods. When these resources effectively shrink for large portions of the population, primarily due to transfers of wealth toward a few through regulatory choices, social dynamics inevitably shift toward greater competition, social tensions, and ultimately widespread resignation. In short, the ideal environment is created for the dominance of oligarchic corruption.

In this sense, legislation affects not only the economy but also social cohesion. Policy choices that fail to sufficiently strengthen mechanisms of access to essential goods, or that continuously intensify asymmetries of power, result in a gradual shift from a model of cooperative development to a model of allocation through competition.

At the same time, especially in recent years—and not only in Greece—a trend toward the concentration of economic opportunities and assets in increasingly smaller segments of society has become evident. This process is not always direct or easily visible but manifests itself through housing markets, labor relations, access to finance, and ownership structures. These privileged segments of society effectively form the social base that legitimizes oligarchic power while also facilitating the gradual erosion of social cohesion in favor of entrenched elites. Meanwhile, an ever-growing share of the population is left to compete for resources that no longer expand in line with social needs or demographic and structural change.The implications of this dynamic are both political and economic: social trust weakens, while perceptions of a zero-sum game become stronger. In such an environment, even policies that are not explicitly designed to redistribute power may have systemic consequences for how opportunities and resources are allocated.

Eternal Conflict over Balance

Throughout human history, the same fundamental question continually reappears: who controls the means of production and power, through what mechanisms is their concentration in the hands of oligarchs maintained, and how is the prosperity generated by their use distributed—or withheld?

The forms change, institutions evolve, yet the logic of oligarchic concentration reemerges as a constant feature of historical experience.

In the contemporary era, the issue is not whether societies can limit oligarchic structures, but whether they can do so in the face of globalized capital and technologically enhanced mechanisms of economic and political influence.

Transparency, regulation, and redistribution are not merely technical interventions; they constitute the central arena of conflict over whether welfare will remain a collective good or become the privilege of a few.

The present historical moment may require the adoption of new and unexpected approaches to address this phenomenon—approaches that go beyond traditional policy tools, or conflicts.

These approaches are discussed globally as part of an effort to rethink the terms through which societies can regain control over the institutions that govern them.